κατιόντες

κατιόντες
(Νομ.). Οι συγγενείς εξ αίματος από την ευθεία γραμμή προς τα κάτω (παιδιά, εγγόνια κλπ.). Για τους κ. υπάρχουν οι αντίστοιχες με τους ανιόντες νομικές σχέσεις. Επιπρόσθετα, υπάρχουν και άλλες ειδικότερες ρυθμίσεις, όπως οι δωρεές προς αυτούς, από τη μεριά των ανιόντων (άρ. 508 Α.Κ.) ή τα κωλύματα του γάμου (άρ. 1362 Α.Κ.). Όλα τα παιδιά, γεννημένα εντός γάμου, αναγνωρισμένα ή υιοθετημένα, έχουν την ίδια θέση και απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα.Στο κληρονομικό δίκαιο υπάρχουν πολλά τεκμήρια υπέρ των κ., σε περίπτωση παράλειψης ή αοριστίας. Επίσης, στην κληρονομική διαδοχή υφίσταται εύνοια των κ. γενικά, ενώ ως προς τους ανιόντες, η νόμιμη μοίρα σταματά στους γονείς. Λόγοι αναξιότητας και αποκλήρωσης προβλέπονται ειδικά (υπέρ και κατά) για τους κ. με ευνοϊκότερη κλιμάκωση απ’ ό,τι για τους ανιόντες. Υπάρχουν δηλαδή λόγοι που λειτουργούν μόνο κατά των ανιόντων (άρ. 1840, 1841 και 1845 Α.Κ.). Ανάμεσα στους κ. υπάρχει το σύστημα της συνεισφοράς στην κληρονομιά για τη δικαιότερη κατανομή της. Αν, για παράδειγμα, σε κάποιους από τους κ. έχει δοθεί ένα μέρος της περιουσίας του κληρονομούμενου όσο αυτός ζούσε, με τη μορφή της δωρεάς, τότε το μέρος αυτό θεωρείται τμήμα του κληρονομικού μεριδίου το οποίο αναλογεί στον καθένα τους.
* * *
οι
βλ. κατιών.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • κατιόντες — οι οι απόγονοι (παιδιά, εγγόνια κτλ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατιόντες — κάτειμι ibo pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανιόντες — Οι συγγενείς εξ αίματοςεξ αγχιστείας από την ευθεία γραμμή προς τα πάνω, δηλαδή γεννήτορες και προγεννήτορες (πατέρας, μητέρα, παππούς, γιαγιά, προπάππος, προγιαγιά κλπ.). Εκτός από την ψυχική και ηθική σχέση ανάμεσα στους α. και τους κατιόντες,… …   Dictionary of Greek

  • αποκλήρωση — Σύμφωνα με το Κληρονομικό Δίκαιο, ο κληρονομούμενος μπορεί με διαθήκη του να αποκληρώσει συγγενείς του ή τον/τη σύζυγό του από την κληρονομιά του. Προκειμένου όμως για τη νόμιμη μοίρα, το ποσοστό δηλαδή της κληρονομιάς που παίρνουν υποχρεωτικά… …   Dictionary of Greek

  • κατιών — ούσα, όν [κάτειμι] 1. αυτός που κατέρχεται ή φέρεται προς τα κάτω 2. το ουδ. ως ουσ. το κατιόν χημ. α) θετικώς φορτισμένο ιόν το οποίο οδεύει προς την κάθοδο κατά την ηλεκτρόλυση ενός διαλύματος β) άτομο ή ομάδα ατόμων τα οποία ύστερα από απώλεια …   Dictionary of Greek

  • διατροφή — I Η παροχή τροφής και μέσων συντήρησης· ο επισιτισμός πληθυσμών· το σύνολο των βιοτικών αναγκών. Η δ. αναφέρεται γενικά στο σύνολο των ουσιών που προσλαμβάνει ο οργανισμός με τη μορφή τροφής. Οι ουσίες αυτές, πέρα από το ότι παρέχουν τις… …   Dictionary of Greek

  • κληρονομική διαδοχή — Αλλαγή συνόλου σχέσεων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ενός ατόμου μετά τον θάνατό του. Το νέο πρόσωπο είναι ο κληρονόμος, το παλιό ο κληρονομούμενος και το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων η κληρονομιά. Ο κληρονόμος συνήθως είναι καθολικός… …   Dictionary of Greek

  • ετερογένεση — η 1. γένεση κατά την οποία εναλλάσσεται παρθενογένεση με αμφιγονία 2. γένεση μιας νέας μορφής η οποία είναι διαφορετική από τους γονείς της και μπορεί να μεταβιβάσει τους δυσδιάκριτους χαρακτήρες της στους κατιόντες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ …   Dictionary of Greek

  • κάτω — και κάτου (ΑΜ κάτω) επίρρ. 1. σε κατώτερο σημείο, χαμηλά (α. «τόν πέταξε κάτω από το παράθυρο» β. «πᾱν δέ τ ἐπισκύνιον κάτω ἕλκεται», Ομ. Ιλ.) 2. χάμω, πάνω στη γη, πάνω στο έδαφος (α. «εμείς θα κοιμηθούμε κάτω» β. «έριξε κάτω τα μάτια της»… …   Dictionary of Greek

  • κρατημοϋπόρροον — το (Μ κρατημοϋπόρροον) (βυζ. μουσ.) ένας από τους κατιόντες έμφωνους χαρακτήρες τού αρχαίου στενογραφικού συστήματος τής βυζαντινής παρασημαντικής …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”